ΑΛΛΗ ΕΛΛΑΔΑ, ΑΛΛΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΑΛΛΗ ΔΕΘ

Author: 
Χριστίνα Σαμαρά

Γυρίζω πίσω αρχές της δεκαετίας του 60, σε μια άλλη εποχή. Σε μια άλλη Ελλάδα, που είχε επουλώσει τις πληγές της, σε μια Ελλάδα που έβλεπε το όραμα της ανάπτυξης και ήλπιζε. Αν και φτωχότερη από σήμερα, με λαχτάρα προσδοκούσε το μέλλον μακριά απ’ την σημερινή που με θλίψη νοσταλγεί το παρελθόν. Είχαν αρχίσει να έρχονται τα πρώτα πακέτα συνάλλαγμα των Ελλήνων που μετανάστευσαν και συγχρόνως η όρεξη για δημιουργία αυτών που έμειναν, άρχισε να φέρνει καρπούς. Σιγά σιγά όμως. Ακόμη ήμασταν αφάνταστα μακριά από τον δεύτερο «χρυσό» αιώνα που έζησε λανθασμένα η γενιά μου αργότερα.
 
Ήταν μια άλλη Θεσσαλονίκη. Είχε τελειώσει ένα μεγάλο τμήμα της μοναδικής παραλίας, το σπουδαιότερο έργο που έγινε, μακράν σπουδαιότερο από όποιο πρόκειται να γίνει. Επίσης η μανία της ανοικοδόμησης δεν είχε προλάβει να χαλάσει τις αυλές των μονοκατοικιών με το αγιόκλημα, τα γιασεμιά και τις ροδιές. Ήταν μια γλυκιά υγρή ζωντανή πόλη.
Ήταν και άλλη ΔΕΘ. Ένα μεγάλο πανηγύρι κάτι αντίστοιχο που συμβαίνει ακόμη στην επαρχία σε εμποροπανηγύρεις αλλά σε μεγέθυνση και με διεθνή χαρακτήρα.
 
Εκτός από τους πραγματικά ενδιαφερόμενους για τα εκθέματα, πλήθος κόσμου καθημερινά επισκεπτόταν την έκθεση σαν ευκαιρία διασκέδασης, σαν ευχάριστη έξοδο. Ο κόσμος έπαιρνε με την σειρά τα περίπτερα, χωρίς να έχει κανένα ενδιαφέρον για τις μηχανές υποδηματοποιίας από την Ιταλία ή τους Τσεχοσλοβάκικους τόρνους. Η χαρά μας ήταν να μαζέψουμε τα πολύχρωμα, γυαλιστερά prospectus που μοίραζαν οι εκθέτοντες. Πάκοι prospectus που ποτέ δεν διαβάζαμε. Επίσης όπου έδιναν δωρεάν μικροπράγματα ουρές να προλάβουμε.
 
Αξέχαστο θα μου μείνει στο περίπτερο των ΗΠΑ να περιμένουμε ουρά να πάρουμε ένα πλαστικό ποτηράκι από μια πελώρια μηχανή. Απ’ τη μια την «τάιζαν» με πρώτη ύλη, πλαστικές μπιλίτσες και από την άλλη έβγαζε κάτασπρα πλαστικά ποτηράκια. Τόσο μας γοήτευαν τα ποτηράκια μη ξέροντας ότι έρχεται μια εποχή που το πλαστικό θα κυριαρχεί στη ζωή μας, ανθυγιεινό και κακόγουστο. ΄Η άλλοτε σε μια μηχανή παγωτού να μαλώνουμε για ένα παγωτό χωνάκι που πρωτοεμφανιζόταν στην πόλη.
 
Και μετά τη γύρα στα περίπτερα ξαποσταίναμε στις μπυραρίες με σάντουιτς λουκάνικο Φραγκφούρτης με ελαφρά πικάντικη μουστάρδα και μαύρη μπύρα. Στα μπακάλικα της εποχής δύσκολα έβρισκες Φραγκφούρτης και σίγουρα όχι μαύρη μπύρα. Σήμερα το κάθε μικρό super market έχει ποικιλία από μαύρες μπύρες. Γιατί εκείνη στην ΔΕΘ είχε ξεχωριστή γεύση μου είναι ανεξήγητο. Και μετά τον «άρτον» τα θεάματα. Το περίφημο ακροβατικό με τον σχοινοβάτη στα ύψη να κόβει την ανάσα. Κάποτε έκανε το νούμερο με ποδήλατο. Ύστερα στο Λούνα Παρκ ή στις μικρές πλατείες που έπαιζαν μπάντες. Και στα εγκαίνια και στην λήξη της Έκθεσης, πυροτεχνήματα. Ευτυχώς φέτος στα εγκαίνια αντί για «πτερόεντες σπίθες» στον ουρανό είχαμε την θαυμάσια συναυλία Αρβανιτάκης-Πορτοκάλογλου.
 
Πώς να ξεχάσω το Λούνα Παρκ. Στη θέση του σημερινού «Βελίδειου» ξεχώριζε από μακριά η «ρόδα» που γύριζε κατακόρυφα και συγχρόνως οι θέσεις που είχαν σχήμα ιπτάμενου δίσκου γύριζαν οριζόντια ώστε να μπορείς να δεις την πόλη από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Για το Λούνα Παρκ θα αναφερθώ παρακάτω γιατί έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή μου.
 
Όλα έχουν αλλάξει από τότε. Με τις κλαδικές εκθέσεις το ενδιαφέρον των επισκεπτών μοιράζεται. Τα ακροβατικά μας τελείωσαν όπως και το Λούνα Παρκ. Ο κόσμος έπαψε να μαζεύει prospectus που δεν τον ενδιαφέρουν.
 
Τι έμεινε ίδιο;
 
Η για λίγες μέρες αίσθηση ότι είμαστε συμπρωτεύουσα γιατί ανεβαίνει όλη η πολιτική εξουσία. Ακόμη η περηφάνια ότι η υδροκέφαλη πρωτεύουσα δεν μπόρεσε να μας πάρει τη ΔΙΚΗ μας Έκθεση. Η περηφάνια επίσης ότι απ’ τη δική μας ΔΕΘ στάλθηκε το πρώτο ραδιοφωνικό σήμα, στάλθηκε η πρώτη εικόνα της τηλεόρασης και ανακαλύφθηκε τυχαία το πρώτο φραπεδάκι. Τέλος, τα λουκάνικα και η μαύρη μπύρα.
Εκείνο που μου λείπει είναι η αίσθηση του πανηγυριού που είχε παλιά.
 
Ας γυρίσω πάλι στο Λούνα Παρκ. Αξέχαστη εμπειρία για μένα.
Ο πρώτος έρωτας και το πρώτο μεροκάματο δεν ξεχνιούνται. Στο Λούνα Παρκ της ΔΕΘ έπιασα την πρώτη μου δουλειά. Καλοκαίρι του 1963 και ο πατέρας, που είχε χάσει την μικρή επιχείρησή του, δήλωσε πως δύσκολα θα με έστελνε φροντιστήριο για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Έπρεπε να δουλέψω. Πήγα στα γραφεία της ΔΕΘ αλλά που είπαν πως ήταν αργά πια. Ένας καλός κύριος μου είπε να πάω στο Λούνα Παρκ όπου ακόμη προσλάμβαναν νέους. Όταν πήγα, πέντε έξι νεαροί περίμεναν. Κάποια στιγμή βγήκε ένας κύριος και φώναξε:
 
_ Είναι κανείς που μπορεί να μιλάει στο μικρόφωνο σαν speaker;
_ Εγώ, φώναξα γιατί κατάλαβα πως ήταν η πρώτη και τελευταία μου ευκαιρία.
_ Από πού κι ωσπού ρε πιτσιρικά; ρώτησε
_ Έλεγα τους λόγους στις γιορτές του σχολείου απάντησα.
_ Έχεις κουστούμι, ξαναρώτησε
_ Και βέβαια έχω.
_ Ωραία, την πήρες την δουλειά.
_ Ευχαριστώ, ευχαριστώ, είπα και έκανα να φύγω.
_ Έι, μη φεύγεις, φώναξε ο τύπος.
 
Γύρισα με φόβο ψυχής.
 
_ Τα πρωινά θα έρχεσαι με κοντό παντελόνι. Θέλω να φαίνεσαι μικρός. Αύριο Τρίτη θα σου κάνω μάθημα. Το Σάββατο στα εγκαίνια ξεκινάς.
 
«Πέταξα» για το σπίτι.
 
_ Έπιασα δουλειά, φώναξα.
_ Μαμά, θέλω το κουστούμι του μπαμπά.
_ Δεν είσαι καλά, μου απήντησε. Το μοναδικό του κοστούμι.
_ Μα το υποσχέθηκα. Θα χάσω τη δουλειά.
_ Για δοκίμασε το γαμπριάτικό του.
 
Το δοκίμασα. Ήταν λίγο φθαρμένο, λίγο μακρύ, λίγο φαρδύ.
 
_ Μη στεναχωριέσαι. Θα το δώσω στην γιαγιά σου να το συμμαζέψει.
 
Πρωί-πρωί την άλλη μέρα πήγα και βρήκα τον τύπο. Μου εξήγησε τι ήταν η δουλειά. Το βράδυ με κουστούμι θα ήμουν με μικρόφωνο στους παραμορφωτικούς καθρέπτες. Μου τους έδειξε. Ήταν Αυστριακοί καθρέπτες με κοίλο σχήμα που άλλοτε σε έδειχναν χοντρό, άλλοτε ψηλό άλλοτε αλλιώς. Πραγματικά αστείοι.
Η πρωινή δουλειά ακόμη πιο εύκολη. Θα έκανα πως παίζω στα παιχνίδια, να προσελκύω κόσμο. Μου φάνηκαν και τα δύο πολύ απλά. Είχα το θάρρος από μικρός να μιλώ χωρίς μικρόφωνο. Με μικρόφωνο θα πετούσα σκέφτηκα.
 
_ Πάρε και διάβασε τι θα λες.
 
Πήγα σπίτι τα διάβασα και μου φάνηκαν φτωχά. Κάθισα κι έγραψα τα δικά μου στιχάκια, που κάποια θυμάμαι ακόμη
 
«Όλοι εδώ, όλοι εδώ στη χαρά και στο γέλιο.
Έντεκα μεγάλοι βιεννέζοι κωμικοί
θέλουν τη δική σας υγεία την ψυχική.
Ελάτε να γελάσετε και σεις με την καρδιά σας.
Ελάτε να ξεχάσετε την όρκα πεθερά σας»
 
Το μεσημέρι της Παρασκευής τα άγια χέρια της γιαγιάς μου είχαν ετοιμάσει το κοστούμι. Μόνο που τα κουμπιά από δεξιά πήγαν αριστερά. Το είχε γυρίσει μέσα-έξω.
Το βράδυ του Σαββάτου είχα πρεμιέρα στον λαμπερό, θορυβώδη κόσμο του Λούνα Παρκ. Όλα μου φαινόταν υπέροχα. Χαιρόμουν να ακούω τους πελάτες να ξεκαρδίζονται.
Χαιρόμουν να βλέπω το ταμείο να αυγατίζει. Ξέχασα να πω, πως εκτός από κράχτης ήμουν και ταμίας. Έκοβα εισιτήρια των δύο δραχμών. Ακριβώς απέναντι μου είχα «τον γύρο του θανάτου». Το βαρέλι με τα ξύλινα τοιχώματα που πάνω τους τρέχαν ριψοκίνδυνοι μοτοσικλετιστές, χάρη στην φυγόκεντρο. Δίπλα ήταν η «Ταμάρα».
 
Αχ, η Ταμάρα. Η Ταμάρα ήταν μια γλυκιά ύπαρξη 20-22 χρονών που με μουσική του Ravel το περίφημο Bolero χόρευε μ’ ένα φίδι. Βόας πρέπει να ήταν και μάλλον ναρκωμένος. Κόσμος, ουρά. Και φυσικά δεν πήγαιναν να δουν το φίδι αλλά το φιδίσιο κορμί της Ταμάρας που με ένα μικροσκοπικό μπικίνι «ταμπού» για την εποχή χόρευε με το φίδι. Μόλις η Ελλάδα είχε χορτάσει την πείνα της με φαγητό, ζητούσε να ξεγελάσει μια άλλη πείνα.
 
Το πρωί της Κυριακής με κοντό παντελόνι έκανα πάλι τον «κράχτη» ή αλλιώς τον αβανταδόρο. Ο υπάλληλος στους κρίκους φώναζε:
_ Μπράβο μικρέ, ρίξε μικρέ.
 
Όλα πήγαιναν υπέροχα μέχρι την αρχή της τελευταίας εβδομάδας. Η ΔΕΘ διαρκούσε τότε τρεις βδομάδες. Ένα πρωινό που έριχνα κρίκους στα μπουκάλια ο υπάλληλος πέρασε ένα κρίκο σε ένα μπουκάλι κονιάκ Μεταξά και άρχισε να φωνάζει: Το κέρδισε το Μεταξά ο μικρός.
Έγινα κατακόκκινος και ψέλλισα:
 
_ Μα δεν μπήκε ο κρίκος. Ούτε τα μπουκάλια κτύπησε, έπεσε έξω.
_ Σκάσε βλάκα, να τσιμπήσουμε κανέναν πελάτη.
 
Γύρισα στο σπίτι καταστεναχωρημένος.
 
_ Τι έχεις, με ρώτησε ο πατέρας μου. Σε έδιωξαν;
_ Όχι, αλλά είναι ψεύτες και κλέφτες. Θα φύγω, του είπα.
 
Ήμουν ακόμη στα χρόνια της αθωότητας. Διηγήθηκα στον πατέρα μου το συμβάν. Γέλασε και μου είπε: Άκου να δεις. Καθένας προσπαθεί να πουλήσει το εμπόρευμά του. Ο φουκαράς ο υπάλληλος ήθελε να είναι καλός με το αφεντικό του, να μαζεύει πελατεία. Εσύ πρέπει να μάθεις ποιος πάει να σε γελάσει και ποιος λέει αλήθεια.
Δεν τα κατάλαβα αυτά τότε. Ήταν κάτι που διδάχθηκα με τα χρόνια. Έμεινα, γιατί είχα ανάγκη τις 2.000 δραχμές. Φανταστικό ποσό για ένα παιδί, εκείνη την εποχή.
Ξαναδούλεψα στους καθρέφτες το 1965. Μόνο στους καθρέφτες γιατί ήμουν μεγάλος πια για κοντό παντελόνι.
Μετά το πανεπιστήμιο, στρατός, δουλειά, οικογένεια, πήγα ελάχιστες φορές στην Έκθεση. Ξαναπήγα πολύ μετά, στην INFACOMA, στην MARMIN που μ’ ενδιέφεραν για την δουλειά μου.
Προχτές βρέθηκα σε μια συναυλία γιατί η τραγουδίστρια ήταν fun της γυναίκας μου. Κοσμοσυρροή. Χαμός. Καθίσαμε σ’ ένα τραπεζάκι, ήπιαμε μαύρη μπύρα με λουκάνικα. Ο κόσμος ήταν χαρούμενος, τα πιτσιρίκια τραγουδούσαν «εν χορώ». Όλα υπέροχα. Γύρισα στην παλιά Έκθεση, των παιδικών μου χρόνων. Έγινε πάλι πανηγύρι, σκέφθηκα.
ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΔΕΘ.
 
Υ.Γ. Το κείμενο μου δεν αποβλέπει ούτε σε εισιτήρια, ούτε σε τίποτα. Είναι μόνον απότιση ευγνωμοσύνης στην ΔΕΘ όπου έβγαλα όπως και πολλοί άλλοι Θεσσαλονικείς το πρώτο μεροκάματο.
 
Αλέξης Κωστής