Τα μνημειώδη γλυπτά πήραν την ονομασία «Μαγεμένες» ή «Incantadas» από μια λαϊκή παράδοση, χωρίς ιστορική βάση: Οι πεσσοί αυτοί ανήκαν σε μια στοά που συνέδεε το παλάτι του Μ. Αλεξάνδρου με ένα άλλο, στο οποίο διέμενε ο φιλοξενούμενός του βασιλιάς της Θράκης με την συνοδεία του. Η βασίλισσα της Θράκης ενέδωσε στη γοητεία του Μ. Αλεξάνδρου κι εκείνος τις νύχτες την επισκεπτόταν κρυφά περνώντας από αυτή τη στοά. Ο άντρας της το έμαθε και ζήτησε να κάνουν στη στοά μάγια. Ο Αριστοτέλης ενημέρωσε τον Αλέξανδρο, που εκείνη τη νύχτα δεν βγήκε. Η βασίλισσα, ανήσυχη για την καθυστέρησή του, πήγε με την ακολουθία της στη στοά να τον περιμένει και, χτυπημένη από τα μάγια, μαρμάρωσε, όπως μαρμάρωσε αμέσως μετά κι ο άντρας της, που πήγε κι αυτός εκεί για να δει αν τα μάγια είχαν αποδώσει.

Βράχοι που μοιάζουν με βασιλόπουλα, νύφες, ζώα ή καράβια, για τη λαϊκή παράδοση ήταν κάποτε πραγματικά, ώσπου μια μεταστροφή της μοίρας, μια θεϊκή ή μαγική παρέμβαση, μια ευχή ή μια κατάρα, τα πέτρωσε κι έμειναν εκεί για πάντα, απτοί μάρτυρες της ανθρώπινης μηδαμινότητας μπροστά στο θείο και το πεπρωμένο. Τέτοιες παραδόσεις είναι γνωστές ήδη από τον Όμηρο, με το πλοίο των Φαιάκων που, παρά τη θέληση του Ποσειδώνα, μετέφερε τον Οδυσσέα από την Κέρκυρα  στην Ιθάκη κι αυτός αγανακτισμένος το πέτρωσε. Σ’ αυτές ακόμη ανήκει κι ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά, που όταν περικυκλώθηκε από Τούρκους, ένας άγγελος τον σήκωσε, τον έκρυψε σε μια σπηλιά, τον μαρμάρωσε και μένει εκεί μαρμαρωμένος, μέχρι την ώρα που ο άγγελος θα τον ξαναζωντανέψει για να ελευθερώσει την Πόλη.

Παρόμοιοι θρύλοι εμφανίζονται σε πολλούς πολιτισμούς και εντάσσονται στους αιτιολογικούς μύθους, αφού συνήθως επιχειρούν να ερμηνεύσουν ιστορικά γεγονότα ιδιαίτερης σημασίας, πρόσωπα του μύθου ή της ιστορίας, φυσικούς σχηματισμούς ή αρχαία μνημεία, που το νόημά τους με τους αιώνες διαφοροποιήθηκε ή λησμονήθηκε.